Περί του δημόσιου λόγου

Μεγάλες συγκεντρώσεις έγιναν χθες, στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις, και λένε ότι προβλέπεται συνέχεια. Η κινητοποίηση, απ’ό,τι λέγεται, έγινε «αυθόρμητα», με μηνύματα μέσω των κοινωνικών δικτύων και δεν τελεί υπό την σκέπη κανενός πολιτικού σχήματος.

Συμπτωματικά, όλα αυτά έπονται αντίστοιχων δράσεων στην ισπανία, με διαφορά μόλις 2 ημερών. Η κυρίαρχη θέση στην κάλυψη που έλαβε η συγκεκριμένη κινητοποίηση, είναι ότι αυτή αποτελεί ένα «θετικό βήμα», καθώς εκφράζει εκείνους τους πολίτες που, αντίστοιχα προς τους Ισπανούς «αγανακτισμένους», αυτό που ξέρουν και επιθυμούν να διατρανώσουν είναι, κυρίως, η αγανάκτησή τους με όλα τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα και απορρίπτουν συλλήβδην όλες τις προσφερόμενες πολιτικές εναλλακτικές προτάσεις.

Έχω μία και μόνη παρατήρηση: Ότι ακόμα και αυτή η κίνηση εντάσσεται στην εικόνα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, την οποία απλώς ολοκληρώνει, χαρακτηριζόμενη και αυτή από τις ίδιες εν πολλοίς ποιότητες. Δηλαδή, μία κίνηση που εκφράζει μάλλον θυμικό παρά λογική, περισσότερο φόρτιση παρά συγκρότηση, περισσότερο ορμή παρά επεξεργασμένη θέση, χωρίς εσωτερική συνοχή και, ως εκ τούτου, χωρίς κοινό προσανατολισμό, ανοιχτή στην οικειοποίησή της από πολιτικά ρεύματα που κινούνται στην πορεία αξιοποίησης της κάθε διαμαρτυρίας. Κίνηση χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή συγκεκριμένο αντί-λογο, της οποίας το μήνυμα είναι αρνητικό: φταίνε άλλοι και μάλιστα όλοι, πάντως όχι εμείς. Ωραία, και; «Εμείς» όμως κάτι πρέπει να κάνουμε και πάντα εκεί αρχίζουν και δυσκολεύουν τα πράγματα. Κυρίως, όμως, πρόκειται για άλλη μια φορά, δυστυχώς, για μια κίνηση εισαγωγής, ξεσηκωμένη από το εξωτερικό, εμπνευσμένη από το εξωτερικό.

Δεν είμαι αντίθετος σε κάθε κίνηση έκφρασης, ειδικά όταν πρόκειται για τέτοιες, ειρηνικές μορφές έκφρασης. Κάθε άλλο! Πιστεύω πραγματικά ότι κανένας δεν μπορεί να κάθεται αμέτοχος και παθητικός, επιφυλάσσοντας στον εαυτό του το μοναδικό προνόμιο της άνετης, αβασάνιστης και ανεπεξέργαστης απόρριψης από την μακρυνή ασφάλεια ενός αφανούς παθητικού θεατή. Νομίζω ότι, αν δεν μιλήσεις, δεν μπορείς να παραπονιέσαι γιατί δεν σε ακούνε. Αν δεν εμφανίζεσαι, δεν μπορείς να διαμαρτύρεσαι γιατί δεν σε βλέπουν.

Ξέρω ότι αυτή είναι, σε πρώτη όψη, η εκ του πονηρού παρότρυνση των αδελφών Του προς τον Κύριο: «ουδείς γαρ εν κρυπτώ τί ποιεί και ζητεί αυτός εν παρρησία είναι» (Ιω. 7,4)! Βγες μπροστά, εμφανίσου, να σε δούμε και να κριθείς. Δεν υπάρχουν, όμως, επί της ουσίας παράλληλες. Εκείνη η παρότρυνση βασιζόταν στην αντίθεση εκ της απιστίας, στην αδυναμία της κατανόησης του προφανούς σε εσφαλμένη προϋπόθεση, την ίδια που έκανε πολλούς να προσεγγίζουν τον Χριστό όχι πνευματικά και ουσιαστικά, όχι ως Υιό του Θεού και Μεσσία λυτρωτή, αλλ’ ως κοινωνικό μέγεθος. Το άδικο κι εσφαλμένο, εκτός των πονηρών κινήτρων, έγκειται ακριβώς στην προσέγγιση του Άλλου με τα τρέχοντα κοινωνικά κριτήρια, τα οποία, για την προσέγγιση του Χριστού, ήταν ανάρμοστα κι εσφαλμένα. Κοινωνικά όμως τα κριτήρια αυτά δεν πάσχουν. Και η κάθε πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση, που σε κάθε περίπτωση δεν κάνει τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο από το να εκφράσει μία πρόταση για την κοινή ζωή και πολιτεία, οφείλει να εμφανίζεται και να εκτίθεται σε αυτούς που αφορά- αυτοί είναι και οι μόνοι αρμόδιοι κριτές επί της αποδοχής ή όχι.

Για να εμφανισθεί και να εκτεθεί όμως κάτι πρέπει να είναι διακριτό και να υφίσταται ως κάτι. Το Γενικό Όχι, ένα αρνητικό μέγεθος είναι τέτοιο; Και μπορεί ένα αρνητικό μέγεθος να προσφέρει εναλλακτική πρόταση οικοδόμησης; Η οικοδόμηση,  όπως έχει γίνει σαφές δια πυρός και σιδήρου ιστορικά, μπορεί να γίνεται, αποκλειστικά και μόνο, επί και διά θετικών μεγεθών.

Αλλά ακόμα κι έτσι, πιστεύει πραγματικά κανείς ότι αυτό το γενικευμένο όχι, αυτή η γενική άρνηση, η έλλειψη κάθε διάθεσης για οποιαδήποτε συγκεκριμένη συζήτηση και η συλλήβδην απόρριψη, είναι κάτι νέο ή αμέτοχο στην ενοχλητική και στενόχωρη σημερινή κατάσταση; Προσωπική μου άποψη είναι ότι το μείζον νόσημα από το οποίο πάσχουμε ως κοινωνία είναι ακριβώς αυτή η γενικευμένη απόρριψη, αυτό το πνεύμα εύκολης και νοητικά αβασάνιστης άρνησης: όλοι φταίνε και όλοι είναι το ίδιο και κανείς δεν μένει απ’έξω, κοινωνικοί θεσμοί, πολιτειακοί θεσμοί, η Εκκλησία, απορρίπτοντας χωρίς να ξέρουμε και χωρίς να θέλουμε να ξέρουμε τίποτα συγκεκριμένο. Κατ’αυτόν τον τρόπο όμως, εκτός από την αίσθηση της παραπονεμένης και πονεμένης ερήμωσης και ορφάνιας, παράγεται ένα μεγάλο, βασανιστικό κενό, που, ελλείψει εποικοδομητικής και συγκροτημένης σοβαρότητας, γεμίζει με τηλεοπτικά και περιοδικά σκουπίδια, σε επίπεδο θεαμάτων και, κυρίως, επιχειρημάτων. Η άρνηση αυτή αντανακλά εκκωφαντικά στο χαμηλότατο επίπεδο του Δημόσιου Λόγου, στην έλλειψη συγκροτημένων συζητήσεων και τοποθετήσεων. Η άμβλυνση της κριτικής ικανότητας και της κρίσης καθαυτής είναι εν προκειμένω και αίτιο, αλλά και τραγικό παράγωγο.

Αν υπάρχει ένα μέγιστο κοινωνικό χρέος, περνάει σε κάθε περίπτωση, από την συνεισφορά μας στο ν’ανεβάσουμε το επίπεδο των θέσεων, των ιδεών και των επιλογών. Τίποτα δεν λύνεται ούτε οικοδομείται αυτονόητα. Η συγκεκριμένη κινητοποίηση είναι απόλυτα σεβαστή για όσους και όσα εκφράζει- δίνει απλώς μια αφορμή γι’αυτές τις σκέψεις. Ακόμη όμως η συζήτηση περιστρέφεται σε θυμικά μεγέθη και μάλιστα αρνητικά, αλλά κανείς, δημόσια ή ιδιωτικά, δεν έχει καταλάβει ποιές είναι οι υφιστάμενες εναλλακτικές δυνατότητες, οικονομικά, και κοινωνικά, ποιές είναι οι πολιτικές εναλλακτικές δυνατότητες διαχείρισης αυτών, ποιές οι πιθανές συνέπειες όλων αυτών και ποιό το δυναμικό μας, για να μπορέσει να αρθρωθεί οποιοσδήποτε λόγος.

Παλιότερα οι γονείς, θείοι, παππούδες, γείτονες, όταν πήγαιναν να μιλήσουν σε οποιοδήποτε μικρό παιδί, του κουνούσαν μια αρμαθιά κλειδιά για να ανοίξει τα ματάκια του ή του μιλούσαν με υποκατάστατα λέξεων ισοδύναμα του «αγκού»: μαμ, τσιτσί, άτα κλπ. Φυσικά αυτό ήταν λάθος. Τώρα οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα παιδιά γεννιούνται εξυπνότερα, επειδή ανταποκρίνονται ταχύτερα και ευφυέστερα στο περιβάλλον τους, και το αποδίδουν στο καλύτερο … γάλα! Όχι, αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που τους μιλάνε οι γονείς. Η απλή περαιτέρω παρατήρηση, κοινή σε πολλούς τομείς, ότι δεν αρκεί απλώς να αρνείσαι σε κάποιον κάτι αλλά πρέπει να του δίνεις θετικές εναλλακτικές για το τί να κάνει, θα έλυνε πολλά προβλήματα. Δεν αρκεί να λες σε κάποιο παιδί «μην παίζεις τώρα», θα πρέπει να του δώσεις εναλλακτική. Το σημερινό πρόβλημα είναι ότι εμείς είμαστε οι ίδιοι πομποί και δέκτες. Καλή η έκφραση της άρνησης, του παραπόνου και του μη-παρέκει- αλλά όχι αρκετή. Χρειάζεται να αρθρωθεί και λόγος. Και μάλιστα με σοβαρό και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Αν δεν μπορούμε εμείς κατ’ιδίαν να τον παραγάγουμε, μπορούμε τουλάχιστον να τον αναζητήσουμε και να τον επιβραβεύσουμε. Αλλά ακόμα και αυτό δεν μπορεί να έρθει αυτόματα: προϋποθέτει αγώνα και μεγάλη προσπάθεια για την διαμόρφωση ισχυρής αξιακής βάσης, που θα αποτελεί το κριτήριο και το κίνητρο για κάθε κίνηση.

Ένα είναι το σίγουρο: ότι τίποτα δεν έρχεται εύκολα και αβασάνιστα. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή!

Advertisements
  1. #1 by ANASTASIA 2 on Μαΐου 26, 2011 - 8:34 πμ

    efxaristo gia tin proti afti apostoli
    me megali mu xara pou ime melos sas xerome poli

    pio ine to email address pou bori kapios na epikoinonisi mazi sas?

    efxaristo, parakalo apantiste mu to email mu sunset……

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: