Πάρθεν

«Πάρθεν» η Πόλη, πάρθηκε, όπως λέει και το τραγούδι-θρήνος. Μαύρη επέτειος της αλώσεως, που έδωσε και το τελειωτικό συμβολικό χτύπημα στην ρωμαίικη αυτοκρατορία, το Βυζάντιο. Αποτελεί κοινό ιστορικό τόπο ότι η βυζαντινή επικράτεια είχε συρρικνωθεί χωρίς ουσιαστικές ζωτικές ενδείξεις επιβίωσης. Η βασιλεύουσα λογικά έπεσε, αλλά η πτώση με όλη την οικουμενικά συμβολική της σημασία, ήταν τραγική. Τρόπαιο για τους κατακτητές και βάση για την μεγάλη επέκτασή τους, η οποία βασίστηκε σε ρωμαίικα πολιτικά και πολιτιστικά κεκτημένα σε μεγάλο βαθμό. Για την ανατολική ορθόδοξη εκκλησία και για όλη την ευρύτερη βυζαντινογενή πολιτισμική σφαίρα τραύμα μεγάλο, αντίστοιχο της σε προσωπικό επίπεδο απώλειας της πατρικής παρουσίας. Για τον ελληνισμό και την ρωμιοσύνη όμως βαθύτατο υπαρξιακό πλήγμα, αφού σήμανε όχι μόνο την οριστική απώλεια της θέσεως ισχύος, όχι μόνο ευθεία αμφισβήτηση του εν συνόλω τρόπου και του κοσμοθεωρητικού οικοδομήματος, αλλά και μία βαθεία κρίση ταυτότητας. Λογική η τελευταία ως έναν βαθμό, αφού, ειδικά με την πρόοδο του χρόνου και των πολιτειακών αντιλήψεων, την επικέντρωση στο εθνικό σύνολο ως αποκλειστικού πυρήνα κάθε κρατικού μορφώματος και την προσέγγιση και αξιολόγηση κάθε χαρακτηριστικού πολιτισμού με όρους γραμμικούς, προσανατολισμένους στην κατανόηση αποκλειστικά κοσμικών παραμέτρων στην βάση της εθνότητας, η κατ’ιδίαν ανάμνηση που θα λειτουργούσε ως συνείδηση και πυξίδα, ατομικά και συλλογικά, έγινε συγκεχυμένη.

Η σύγχρονη σύγχυση εξηγείται, αλλά λυπεί. Εικασίες, φαντασίες, θρύλοι, αυταπάτες, οιήσεις παλαιών μεγαλείων με αυθαίρετη συμπλήρωση των λογικών κενών βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ο ελληνισμός που απέμεινε, δυστυχώς, κατανοήθηκε κυρίως με όρους ελλαδισμού. Δυστυχώς η πρόσφατη επέτειος της γενοκτονίας των ποντίων ή το γεγονός της εκρίζωσης, καταστροφής και αφανισμού του μικρασιατικού ελληνισμού, δεν λένε τίποτα πλέον κάθε χρόνο. Τουναντίον η σύγχρονη τάση είναι τάση απάμβλυνσης των διαφορών, μέσω αυθαίρετα και ύποπτα, έξωθεν επιβεβλημένης ιστορικής λήθης και παραπληροφόρησης. Η μοντέρνα επιλογή εντοπισμού της κληρονομιάς μας αποκλειστικά και μόνο στην κλασική αρχαιότητα έχει επιτείνει την σύγχυση, οδηγώντας πολλούς στην αναζήτηση κληρονομικών γενετικών χαρακτηριστικών συνέχειας έκτοτε, για να μην αναφερθεί κανείς στις εφευρέσεις θεϊκής τάχα ή και εξωγήινης προέλευσης του γένους των ελλήνων! Κι έτσι η σύγχυση φαντάζει αδιέξοδη: ειδικά όταν οι ταγοί της μόρφωσης και της παιδείας εντοπίζονται κυρίως στην δυτικότροπη παράταξη, που αμφισβητεί με όρους προτεσταντισμού την άμοιρη των καθολικών αμαρτημάτων Ορθοδοξία και πρεσβεύει έναν αμιγώς κοσμικό κρατισμό και ένα απονευρωμένο πνευματικά και χωρίς κανένα ποιοτικό χαρακτηριστικό κληρονομιάς, πολιτισμού και συνέχειας κοινωνικό σύνολο! Όσο η προκλητική αυτή γραμμική ρητορική προβάλλει ως αντίπαλο δέος του παρωχημένου σχολικού εθνικού ενθουσιασμού περασμένων εποχών που εκπροσωπείται από σχολικές ρομαντικές ζωγραφιές του Παπαφλέσσα και του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, χωρίς σοβαρές ιστορικές πληροφορίες και χωρίς, συνακόλουθα, ουσιαστική ιστορική τοποθέτηση, δυστυχώς κερδίζει έδαφος, αφού φαντάζει αισθητικά και ρητορικά πιο ελκυστική, κυρίως λόγω του απωθητικού και οπισθοδρομικού χαρακτήρα του αντιπάλου της. Γι’αυτό και η κάθε ρεπούσεια νέα βερσιόν της ιστορίας περνάει χωρίς να προκαλεί καμμία αλγεινή εντύπωση στον κόσμο. Και όσο προκαλεί, προκαλεί πολλές φορές για λάθος λόγους, που στηρίζονται και σε λάθος ιστορικές βάσεις: λχ, εμείς μεν είμαστε ευθέως απόγονοι του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Μεγαλέξανδρου (κανενός Αγίου ή Βυζαντινού όμως!), οι Τούρκοι δε είναι «μογγόλοι» που το μόνο που έκαναν ήταν να κατακάψουν την Πόλη. Αυτά. Αυτά;

Μπορεί κανείς να δει κάτι: ότι ο ελληνισμός δεν υπήρξε ποτέ πολιτισμός του πολέμου και της διά των όπλων κατάκτησης κεκτημένων άλλων. Υπήρξε πολιτισμός που μπορούσε να εγκολπωθεί ξένα στοιχεία μπολιάζοντας το πνεύμα του και κάνοντάς το έτσι ισχυρότερο κι ευρύτερο. Με το πνεύμα και τον πολιτισμό κατέκτησε και τον μέγιστο ρωμαϊκό κόσμο δημιουργώντας το Βυζάντιο μαζί με τον Χριστιανισμό, στον οποίο προσέφερε τα ευγενή όπλα του πολιτισμού, του πνεύματος και του λόγου για να επιβληθεί και να εξαπλωθεί. Οι Οθωμανοί μόνο κατακτούσαν διά πυρός και σιδήρου ξένα κεκτημένα: το κυρίαρχο στοιχείο τους υπήρξε η πολεμική κατάκτηση κι επιβολή. Η σημερινή επέτειος ήταν μια τέτοια μέρα. Το πρόβλημα που μπορεί να λειτουργήσει και ως δίδαγμα, δεν ήταν η πολεμική ήττα, αλλά η πολιτισμική εξασθένιση δεν ήταν η υστέρηση σε πολεμική ισχύ, αλλά η πνευματική οπισθοχώρηση και σύγχυση. Η Πόλη, όταν τα όπλα δεν επαρκούσαν, προστατευόταν από την Υπέρμαχο Στρατηγό και πολλοί Αυτοκράτορες περιβάλλονταν μοναχικά και τρίχινα ενδύματα μετανοίας και άσκησης. Εμείς πού στεκόμαστε;

Να θυμόμαστε την Πόλη, την Βασιλεύουσα, αλλά να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την ιστορική εικόνα. Κυρίως, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε εαυτούς και τους γύρω μας. Γιατί αλλιώς καμμία επέτειος δεν θα μας λέει το παραμικρό. Εμείς δε θα παραμένουμε μπουχτισμένοι και βαρείς, ιστορικά παθητικοί και έτοιμοι για την ιστορική αφάνεια.

Advertisements
  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: