Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα

Με αφορμή το ωραίο αυτό ποστ: The Holy Monastery of Saint Nicholas of the Cats (http://vatopaidi.wordpress.com/2011/06/02/the-holy-monastery-of-saint-nicholas-of-the-cats/), θυμήθηκα αυτό το ποίημα του Σεφέρη.

Παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα από το βιογραφικό βιβλίο του Ρόντρικ Μπήτον «Περιμένοντας τον Άγγελο»:

«Στο μεταξύ, στις αρχές Φεβρουαρίου ο Γιώργος ολοκληρώνει το ποίημα «Οι γάτες τ’ άη-Νικόλα». Έναυσμα για το ποίημα υπήρξε η πρώτη εικόνα από την Κύπρο που είχε αντικρίσει τα Χριστούγεννα του 1952, ωστόσο το είχε αφήσει ημιτελές όταν τα υπόλοιπα κυπριακά του ποιήματα τυπώθηκαν τρία χρόνια αργότερα. Τώρα το ξαναπιάνει· το λαϊκό παραμύθι για τις γάτες που είχαν σώσει το μοναστήρι από μια εισβολή φαρμακερών φιδιών μετατρέπεται στην ολοκληρωμένη μορφή του ποιήματος σε μια πικρή παραβολή της εποχής: μετά από μήνες, χρόνια και αιώνες αδυσώπητου αγώνα, οι δυνάμεις του καλού υπερισχύουν, απλώς και μόνον για να καταστραφούν κι εκείνες:

Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες

παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα

το αίμα το φαρμακερό των ερπετών

Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι.

«Γράφοντας το ποίημα αυτό», εξηγεί λίγους μήνες αργότερα στον γερουσιαστή Μακάρθυ, «είχα στο μυαλό μου το κακό που απορροφάται υποσυνείδητα, αν μπορώ να το θέσω έτσι…»

Ο Γιώργος δεν μπορούσε, φυσικά, να δημοσιεύσει το ποίημα αυτό στην Ελλάδα. Εκείνο το καλοκαίρι έδωσε ένα αντίγραφο στον Έντμουντ Κήλυ, ο οποίος το δημοσίευσε σε μετάφραση στην Αγγλία αμέσως μετά· το έστειλε επίσης στην Κύπρο, τη μόνη χώρα όπου μπορούσε να ελπίζει ότι θα δημοσιευόταν στη γλώσσα του. Ακόμη και «Οι γάτες τ’ άη-Νικόλα», ωστόσο, δημοσιευμένες στο εξωτερικό, δεν αποτελούσαν το είδος της δημόσιας δήλωσης που περίμεναν από κοινού φίλοι και κριτικοί από τον μοναδικό κάτοχο στην Ελλάδα ενός Βραβείου Νόμπελ. Η πολιτική αναφορά του ποιήματος είναι έμμεση και πλάγια· η κριτική που ασκείται δεν είναι πιο άμεση από εκείνη που εμφανίζεται σε πολλά από τα ποιήματα του Ημερολογίου Καταστρώματος Α΄, τα οποία είχαν δημοσιευθεί υπό παρόμοιες συνθήκες λογοκρισίας το 1940. Απαιτείται κάτι περισσότερο, και ο Γιώργος το γνωρίζει.»

Το ποίημα έχει ως εξής:

Γιῶργος Σεφέρης - Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα
Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός, οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.
«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
 δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
 τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
 «... καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
 λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
 Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
 Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
 κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
 μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
 στὸν παγωμένον ἥλιο
 κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
 Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
 «Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
 ...ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
 ξέμπαρκος τώρα
 κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
 γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
 Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
 σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
 κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
 ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
 «Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
 «Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
 μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
 Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
 ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
 «Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
 - σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ -
 ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
 πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
 Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
 χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
 καὶ φαρμακερά.
 Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
 Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
 κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
 κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
 τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
 Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
 καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
 Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
 ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
 Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
 καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
 Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
 ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
 χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
 Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
 πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
 Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
 ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
 χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
 Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
 τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
 μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
 Γραμμή!
 Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
 παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
 τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
 Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
 «Γραμμή!
 Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
 παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
 τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
 Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969
Advertisements
  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: