Την απόκριση του Οιδίποδα

(Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη)

Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ – ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε …». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυρρανισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεμβρίου 1963)

Advertisements
  1. #1 by Μόσχος Λαγκουβάρδος on Ιουνίου 4, 2011 - 2:27 μμ

    Νιώθω το Σεφέρη υπήρξε διακριτικός στην ομιλία του στους Σουηδούς. Μου θυμίζει τους φοιτητές της επαρχίας, που όταν ερχόταν ο πατέρας τους απ΄ το χωριό να τους δει , ον έκρυβαν. Τους πρόσβαλε η εμφάνισή του κι αυτοί έδειχναν την αγνωμοσύνη τους στο γέρο τους. Ευγνωμοσύνη στους Σουηδούς για το βραβείο, αγνωμοσύνη στο γέρο για την αγάπη του. Κι όμως όταν ένας αγράμματος έχασε τον πατέρα του, είπε» Έχασα το μόνο άνθρωπο που όταν θα με έβλεπε στο δρόμο του, θα με καμάρωνε.» Σε κάποια παράδοση παρομοιάζουν τη χαρά της φώτισης, με τη χαρά να δεις τον πατέρα σου στο δρόμο. Δεν ξέρω πώς θα παρομοίαζαν τη συνάντηση με τον πατέρα τους στο δρόμο, αν είχαν λάβει κι αυτοί βραβείο Νόμπελ. Κρίμα!

    Κι αφού ο Σεφέρης από ό,τι φαίνεται από την ομιλία του δεν θα ένιωθε καλά, αν ο πατέρας του ήταν κάποιος ελάχιστος, κάποιος χωριάτης, κάποιος φτωχός και ρακένδυτος, οπωσδήποτε δεν ένιωσε καλά να εκφράσει μια μικρή ευγνωμοσύνη στον Κύριο Ιησού Χριστό στην Παναγία Μητέρα Του και στη φίλη Ορθοδοξία, την αγαπημένη μας, που αυτή διέσωσε και τη γλώσσα. Αλλά εδώ είναι κάπως συγκεχυμένα τα πράγματα μετά τη σχολή του Τριάντα και τους δημοτικιστές. Είναι λοιπόν η ελληνική γραπτή γλώσσα δημιούργημα των λογίων ή είναι όπως πιστεύουν οι δημοτικιστές δημιούργημα του Λαού; Κι αφού επέβαλαν την άποψή τους ότι είναι δημιούργημα του Λαού, χάριν του Λαού επέβαλαν την προφορική γλώσσα , ως γραπτή και κατήργησαν την ελληνική γραπτή γλώσσα, χάριν της μικροπολιτικής και του κομματικού φανατισμού τους.

    Τί κρίμα. Ο Σεφέρης θυμήθηκε ακόμα και τον Οιδίποδα, τις Ερινύες, τη Σφίγγα, αλλά δεν θυμήθηκε την Ορθοδοξία, τους Αγίους και πρό πάντων τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και την Παναγία.

    Θα παραθέσω ένα κινέζικο ποίημα του Χαν Σαν, ποιητή του 6ου αιώνα μ.Χ. γιατί είναι τόσο απλό, και τόσο αληθινό στην κεντρική του ιδέα, που είναι ότι η μόνη χαρά στον ποιητή είναι η χαρά να γράφει.

    Ο λαός μας που μεταφέρει τη σοφία των λογίων πιστεύει ότι ο ποιητής μετά τον θάνατον δοξάζεται. Και μια που αναφέραμε τους ΚΙνέζους, ο Κομφούκιος πίστευε ότι οι τιμές, όταν η οδός δεν τηρείται, είναι ντροπή!

  2. #2 by Μόσχος Λαγκουβάρδος on Ιουνίου 4, 2011 - 2:42 μμ

    Χαν Σαν, Κίνα, 6ος αιώνας μ.Χ.

    Εδώ μαραινόμαστε μια φούχτα φτωχοί σπουδαστές
    χτυπημένοι από την έσχατη φτώχεια και το κρύο.
    Έξω απ΄ τη δουλειά η μόνη μας χαρά είναι η ποίηση
    Γράφουμε, γράφουμε, στίβουμε το μυαλό μας.
    Ποιος θα διαβάσει τη δουλειά τέτοιων ανθρώπων;
    Θα γλίτωνες τα μάτια σου.
    Θα γράφαμε τα ποιήματά μας σε παξιμάδια.
    Μα και τα αδέσποτα σκυλιά δε θα καταδέχονταν να τα δαγκώσουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: