Είμαστε όντα που λένε ιστορίες

Ο Alasdair MacIntyre στο βιβλίο του After Virtue (Μετά την Αρετή, 1981), αναλύει πώς εμείς, ως ηθικοί δρώντες, διαμορφώνουμε τους σκοπούς και τους στόχους μας. O MacIntyre αναπτύσσει μια αφηγηματική αντίληψη για το πρόσωπο ως εναλλακτική πρόταση αντί της βολονταριστικής ερμηνείας. Τα ανθρώπινα όντα είναι όντα που λένε ιστορίες. Ζούμε τις ζωές μας ως αφηγηματικές αναζητήσεις. «Μπορώ να απαντήσω στο ερώτημα: Τί πρέπει να κάνω; μόνο αν απαντήσω στο προγενέστερο ερώτημα: Σε ποιά ιστορία ή ιστορίες διαπιστώνω ότι ανήκω;«

Όλες οι βιωμένες αφηγήσεις, όπως παρατηρεί ο MacIntyre, έχουν έναν τελεολογικό χαρακτήρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν έναν προκαθορισμένο σκοπό ή έναν στόχο που επιβάλλεται από μιε αξωτερική αρχή. Η τελεολογία και το απρόβλεπτο συνυπάρχουν. «Όπως οι χαρακτήρες σε μια λογοτεχνική αφήγηση, δεν γνωρίζουμε τί θα γίνει στη συνέχεια, αλλά παρ’όλα αυτά οι ζωές μας έχουν μια ορισμένη μορφή που προβάλλεται στο μέλλον μας».

Ζούμε τη ζωή μας ακολουθώντας στην πράξη μια αφήγηση που επιδιώκει να έχει ενότητα ή συνοχή. Όταν βρίσκομαι μπροστά σε δρόμους που οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, προσπαθώ να καταλάβω ποιός δρόμος θα έχει περισσότερο νόημα για τη ζωή μου συνολικά και για τα πράγματα που με ενδιαφέρουν. Η ηθική διαβούλευση αφορά περισσότερο την ερμηνεία της ιστορίας της ζωής μου παρά την άσκηση της βούλησής μου. Προϋποθέτει επιλογές, αλλά οι επιλογές πηγάζουν από την ερμηνεία, δεν είναι μια κυρίαρχη πράξη της βούλησης. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, άλλοι μπορεί να αντιλαμβάνονται καλύτερα από εμένα ποιό μονοπάτι από αυτά που βρίσκονται μπροστά μου ταιριάζει καλύτερα με το τόξο της ζωής μου. μετά από σκέψη μπορεί να καταλήξω ότι ο φίλος μου με γνωρίζει καλύτερα απ’ότι εγώ ο ίδιος. η αφηγηματική ερμηνεία της ηθικής δράσης έχει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει αυτή τη δυνατότητα.

Δείχνει επίσης πώς η ηθική διαβούλευση προϋποθέτει έναν στοχασμό στο πλαίσιο των ευρύτερων ιστοριών του βίου στις οποίες ανήκει η ζωή μου, και στοχάζεται επίσης αυτό το πλαίσιο. Όπως γράφει ο MacIntyre, «δεν μπορώ ποτέ να αναζητήσω το αγαθό ή να ασκήσω τις αρετές μου ως άτομο και μόνον». Μπορώ να κατανοήσω την αφήγηση της δικής μου ζωής μόνο αν συλλάβω τις ιστορίες στις οποίες ανήκω. Για τον Macintyre (όπως και για τον Αριστοτέλη), η αφηγηματική -ή τελεολογική- διάσταση του ηθικού στοχασμού είναι αξεδιάλυτα δεμένες με την ένταξη και το ανήκειν σε συλλογικότητες.

Προσεγγίζουμε όλοι το περιβάλλον μας ως φορείς μιας ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας. Είμαι ο γιος ή η κόρη κάποιου, ο ξάδελφος ή ο θείος κάποιας. Είμαι πολίτητς αυτής ή της άλλης πόλης, μέλος αυτής ή της άλλης συντεχνίας ή του τάδε επαγγέλματος. Ανήκω σε αυτήν τη φυλή, σε αυτό το έθνος. Συνεπώς αυτό που είναι καλό για μένα πρέπει να ταυτίζεται με ό,τι είναι καλόγια εκείνον που καταλαμβάνει αυτούς τους ρόλους. Ως φορέας αυτών των ρόλων, κληρονομώ από το παρελθόν της οικογένειάς μου, της πόλης μου, της φυλής μου, του έθνους μου, ένα σύνολο καθηκόντων, κληρονομιών, νόμιμων προσδοκιών και υποχρεώσεων. Αυτά αποτελούν τα δεδομένα της ζωής μου, το ηθικό σημείο εκκίνησής μου. Αυτά δίνουν εν μέρει στη ζωή μου την ηθική της ιδιαιτερότητα.

Ο MacIntyre παραδέχεται ευθέως ότι η αφηγηματική αντίληψη έρχεται σε σύγκρουση με τον σύγχρονο ατομικισμό. «Από τη σκοπιά του ατομικισμού είμαι ό,τι εγώ ο ίδιος επιλέγω να είμαι». Κατά την ατομικιστική άποψη, ο ηθικός στοχασμός απαιτεί να παραμερίσω ή να αποστασιοποιηθώ από τις ταυτότητες και τα βάρη μου. (…) η αφηγηματική αντίληψη για τον ευατό έρχεται σε σαφή αντίθεση με τη βολονταριστική ερμηνεία των προσώπων ως αδέσμευτων εαυτών που επιλέγουν ελεύθερα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή (Harvard) Michael J. Sandel: «Δικαιοσύνη- Τί είναι το σωστό;» (εκδ. Πόλις)

Advertisements
  1. #1 by Μόσχος Λαγκουβάρδος on Ιουνίου 8, 2011 - 12:44 μμ

    Ποτέ δεν είδα τον εκ μητρός πάππο μου, τον μακαρίτη Αγγελάκη Κοτίτσα, εκ Δεσκάτης Γρεβενών, περισσότερο χαρούμενο από όταν επέστρεφε στο σπίτι με κάποιον επισκέπτη. Το πρόσωπό του φεγγοβολούσε από χαρά. Κάθονταν ο παππούς μου κι ο φιλοξενούμενός του στην αυλή με τις τριανταφυλλιές, τις πασχαλιές, τους κρίνους κι απολάμβαναν την ήσυχη κουβέντα , το άρωμα των λουλουδιών και τη δροσιά του απογευματινού κήπου.

    Ο παππούς μου είχε όρεξη να ακούει ιστορίες, να λέει ιστορίες και να τραγουδάει τα τραγούδια εκείνα που διηγούνται μια ιστορία, τα λεγόμενα «παραλογές». Το αγαπημένο του τραγούδι-ιστορία είναι το «Πραμματευτής εδιάβαινε ‘πο μέσ’ απ΄ την Αυλώνα…».

    Είμαστε όντα που μας αρέσει να λέμε ιστορίες, γιατί όπως λένε οι αρχαίοι πρόγονοί μας, άνθρωπος φύσει ορέγεται του ειδέναι. Ένα παράδειγμα που δείχνει ότι αγαπάμε τις ιστορίες είναι το εξής: Σε μια παρέα που κουβεντιάζει για κάποιο ιατρικό θέμα ή για κάποιο θέμα ζωγραφικής, όλοι θα πούνε την ιστορία τους . Οι μόνοι που θα μείνουν σιωπηλοί, αν παρευρίσκονται, είναι ο γιατρός και ο ζωγράφος, γιατί αυτοί έχουν μπουχτίσει και δεν έχουν όρεξη του ειδέναι.

    Κάποιος συγγραφέας προτιμούσε να μείνει πάντα αρχάριος, για να μαθαίνει, γιατί ο δάσκαλος και ο έμπειρος δεν έχουν πια να μάθουν τίποτε. Την όρεξη αυτή του ειδέναι εκφράζει ο Σωκράτης με τα λόγια, γηράσκω αεί διδασκόμενος, που σημαίνουν ότι δεν θέλω ποτέ να τα ξέρω όλα, και προτιμώ πάντοτε να μαθαίνω.

    Νομίζω πως ο συγγραφέας αδικεί την αγάπη για τις ιστορίες γιατί τις προσεγγίζει νοησιαρχικά. Η ιστορία δεν είναι στοχασμός. Δεν θα μπορούσαμε να πούμε στοχάζομαι, άρα υπάρχω. Ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι λέω την ιστορία μου, άρα υπάρχω. Η τραγωδία της σημερινής εποχής είναι ότι δεν λέει κανείς την ιστορία του. γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να κοιτάξει μέσα στην καρδιά του.

    Δείτε πως γέμισε το διαδίκτυο με ψευδώνυμα. Αν πεις την ιστορία σου με ψευδώνυμο φοβάμαι ότι θα πεις όχι την ιστορία σου, αλλά μια ψευδο-ιστορία. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι χαμηλές συγκινήσεις, όπως η τηλεόραση, το ποδόσφαιρο κ.α. έχουν τόσο ενδιαφέρον για τους πολλούς;

    Η τραγωδία της ανθρωπότητας, λέέι ο Πασκάλ, έγκειται στο ότι κανείς δεν μπορεί να μείνει επί τρία λεπτά μόνος στο δωμάτιό του χωρίς να κάνει τίποτε.

    Nadie ha visto este crepusculo con las manos unidοs.(Pablo Neruda). Παράδειγμα οι νεοέλληνες, ένας ιστορικός ανιστόρητος λαός και οι πολιτικοί, οι οποίοι το όνομα έχουν του πολιτισμού, αλλά όχι τη χάρη.

    Η ιστορία δεν είναι σκέψεις, γενικές ιδέες και θεωρίες. Υπάρχουν κι αυτές, αλλά ιστορία χωρίς αίσθημα δεν είναι ιστορία. Ο Ρόμπερτ Λαξ, ο ερημίτης ποιητής της Καλύμνου και της Πάτμου, έλεγε πως το ποίημα (και η ιστορία) πρέπει να κάνει έκρηξη στην ψυχή. Η ιστορία και το ποίημα είναι όπως το ανέκδοτο που σε κάνει να γελάς. Ανέκδοτο που δεν σε κάνει να γελάς δεν είναι τίποτα.

  2. #2 by porfyras on Ιουνίου 8, 2011 - 1:43 μμ

    Αφηγείστε πολύ ωραία ιστορίες! Η περιγραφή του παππού σας είναι τόσο γλαφυρή που αποκτά παραστατικότητα, ζωντάνια και δραματική κίνηση!

    Φυσικά αντιλαμβάνεστε ότι το περί ιστοριών (μια παρέκβαση ορολογικά στο κείμενο, αρκετά κομβική όμως ώστε να την επιλέξω για τίτλο), δεν αφορά καθαυτό την αφήγηση ή την ενασχόληση με τις ιστορίες. Αυτό θεωρείται δεδομένο για την παρατιθέμενη σκέψη. Μάλιστα, υπολαμβάνεται ως αποφασιστικά προσδιοριστικό στοιχείο της φύσης μας, κείμενο ακριβώς εκτός των ορίων της νοησιαρχικής επιβολής.

    Με το θέμα είχα καταπιαστεί ακροθιγώς σε ένα από τα πρώτα κείμενα που δημοσιεύθηκαν εδώ, στα «Παραμύθια».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: