Lebensraum

Διατύπωσα προ ημερών στο κείμενο Μιγάδες, μια σταθερή ανησυχία μου- μάλλον: αμηχανία μου- περί του εκάστοτε προτιμητέου πρακτέου. Σαν να λείπει από την διδασκαλία μας η θετική πρακτική τοποθέτηση, ο θετικός πρακτικά προσανατολισμός, για να μπορούμε να καταλάβουμε κι εμείς οι έρημοι οι πιστοί τί πρέπει να κάνουμε. Ζήτημα πίστης είναι όλα, δηλαδή κατά πόσον θα πεισθούμε και θα αποκτήσουμε εσωτερική βεβαιότητα: δεν πείθεται εύκολα κανείς όταν κάθε θέση που διατυπώνεται αφορά μια άρνηση, την περιεκτική άρνηση του κόσμου με τον ως-προς-αυτόν παλαιό άνθρωπο. Σωστό, αλλά χρειάζεται και κάτι θετικό, έλεγα.

Για την πληρότητα της σκέψης, και επειδή τακτικά επανέρχομαι σε θέματα με τα οποία έχω καταπιαστεί (άλλωστε δεν διατυπώνω παρά ενδιάμεσες σκέψεις και προσωρινά συμπεράσματα), οφείλω να σημειώσω δυο πράγματα ακόμα:

Ευτυχώς που δεν υπάρχουν τέτοιες διατυπωμένες θέσεις! Αυτό θα οδηγούσε σε απίστευτη περιπτωσιολογική προδισγραφή των ζωών μας, με συνακόλουθη κατάλυση της ιδιαιτερότητας και της ετερότητας του καθενός μας. Θα επανέφερε το κρβάτι του Προκρούστη σαν φάντασμα στην εσωτερική μας ζωή. Η δε επιβολή, ο έλεγχος και η τήρηση της προδιαγεγραμμένης οδού κι επιλογής θα συνεπαγόταν την ανάπτυξη κι εφαρμογή ενός νομικισμού, ενός πνεύματος ξένου προς την σωτηριώδη Χάρη του Κυρίου: οδός και αλήθεια και ζωή, το Α και το Ω, είναι ο Κύριος Ιησούς, ο οποίος μας ελευθέρωσε από την κατάρα του νόμου με την Χάρη της Αγάπης Του. Το να ζητώ και να ζητάμε νομική πρόβλεψη και πρακτικό μπούσουλα για τις ενθάδε επιλογές μας, δεν αποτελεί παρά δείγμα πνευματικής ανωριμότητας. Καλοπροαίρετη μεν, αλλά ανωριμότητα.

Στην ορθόδοξη πνευματικότητα, όντως λείπουν τελευταία οι θετικές πρακτικές διατυπώσεις για τα ενδοκοσμικά ζητήματα- εν αντιθέσει προς την καθολική διδασκαλία και πολύ περισσότερο κάποια προτεσταντικά παρακλάδια, που έχουν ασπασθεί την ανάγκη έκδοσης «ντιρεκτίβων», κατευθυνηρίων γραμμών, με βάση τις οποίες κρίνονται οι πιστοί τους. Η ορθόδοξη πνευματικότητα αναγνωρίζει την προσωπική ετερότητα, την ιδιαιτερότητα των χαρακτηριστικών, δώρων και γνωρισμάτων που συγκροτούν και προσδιορίζουν τα πρόσωπα, και αφήνει ελεύθερο χώρο στον κάθε άνθρωπο να αναπτυχθεί, καλλιεργώντας αυτό που του εμπιστεύθηκε ο Θεός προς αγιασμόν: κατά το ωραίο κοντάκιο της Μεγάλης Τρίτης:

«Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθὲν σοὶ τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα. Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ». Δηλαδή, εννοώντας την ώρα του τέλους και για να μην έχουμε την τύχη της συκής, ας εργασθούμε φιλοπόνως το τάλαντο που μας δόθηκε, γρηγορώντας για να μην μείνουμε έξω από τον νυμφώνα του Κυρίου. Αφού ο στόχος, η προσδοκία και η επιθυμία μας είναι να βρεθούμε κοντά στον Κύριο Ιησού, ας δουλέψουμε. Δεν προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο το αντικείμενο της εργασίας, δεν παρέχονται δεσμευτικές ντιρεκτίβες, ούτε προδιαγράφεται ένας τρόπος για όλους: η ορθοδοξία δεν συνθλίβει, δεν ισοπεδώνει, δεν εξουδετερώνει το Πρόσωπο. Δεν μας κάνει όλους το ίδιο. Σέβεται την ιδιαιτερότητα, η οποία προκύπτει και πηγάζει από τον ίδιο τον Δημιουργό, που μας έπλασε και εμπιστεύθηκε στον καθένα μας άλλο τάλαντο, άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, κατά την σωτηριώδη, αγαπητική και προνοητική Του σοφία. Βαττολογούμε, ενώ τα λέει όλα ο απ. Παύλος (Α’ Κορινθ. 12). Δεν είμαστε όλοι το ίδιο: Ο Κύριος που μας έφτιαξε έτσι, μας έφτιαξε «προς το συμφέρον» με αυτήν την ιδιαιτερότητα. Εξατομικευμένα μας προσεγγίζει, μας αγαπά, μας περιμένει, εξατομικευμένα ανταποκρίνεται, εξατομικευμένα θέτει τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις Του απέναντί μας.

Δρόμος λοιπόν ποιός είναι; Κατά το γνωστό ισπανόφωνο κλισέ, δρόμος δεν υπάρχει, διαβάτη, εκ των προτέρων, τον δρόμο τον φτιάχνεις μόνος προχωρώντας. Δοκιμάζουμε στην πορεία, με γνώμονα το «μη μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού», κι επιλέγουμε αυτό που πρακτικά ο Κύριος επιδοκιμάζει.

Θα συνεχίσω με ένα δεύτερο σημείο σε άλλο, αυτοτελές κείμενο.

Advertisements
  1. #1 by Μόσχος Λαγκουβάρδος on Ιουνίου 9, 2011 - 3:24 μμ

    «Δοκιμάζουμε στην πορεία, με γνώμονα το “μη μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού”, κι επιλέγουμε αυτό που πρακτικά ο Κύριος επιδοκιμάζει.»

    Περπατώντας μερικές ώρες στο νότιο μέρος της Καλύμνου σκαρφάλωσα σ΄ ένα βράχο, όπου έμενε μια ασκήτρια. Εξήντα χρόνια δεν είχε φύγει από εκεί. Το κελί της ήταν τόσο μικρό που μόνο μπουσουλώντας μπορούσες να μπεις. Το ίδιο μικρό ήταν και το εκκλησάκι της.

    Ο βατός τόπος όπου φύτρωνε λίγο χορτάρι στη σκιά του μοναδικού δέντρου δεν ήταν μεγαλύτερος από πενήντα τετραγωνικά μέτρα. Η ασκήτρια ήταν τόσο μικρόσωμη που ο χώρος της θα της φαινόταν μεγάλος και θα της περίσσευε. Η ασκήτρια τρεφόταν με ό,τι έστελνε ο Θεός με κάποιος ψαρά, που τύχαινε να αράξει για λίγο στο στενό ορμίσκο, κάτω χαμηλά στη θάλασσα.

    Δεν πιστεύω να ανέβαινε κανείς επάνω να της πάει τροφή. Θα χρειαζόταν να κοπιάσει τόσο για να ανεβεί και να κατεβεί που δεν θα του έμεναν άλλες δυνάμεις να γυρίσει στην Πόθια. Άλλωστε δεν υπήρχε ούτε κάποιος κατσικόδρμος, εκτός από ατέλειωτα βράχια. Ο μόνος τρόπος να πας εκεί είναι να περπατήσεις κάμποσες ώρες μακριά από το γυναικείο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας.

    Πώς θα μπορούσε να βαστάξει κανείς να ζει μόνος εξήντα χρόνια σε μια μικρή λωρίδα γης , αν δεν είχε την επιδοκιμασία του Κυρίου; Έτσι όπως ήταν αφύλακτο το μέρος ο άέρας και ο ήλιος έγδερναν τους βράχους και τη μικρή σπιτακούλα με το εκκλησάκι, που άντεχε χάρις στο μικρό της μέγεθος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: