Το πλοίο που βυθίζεται

«Κύριε», είπε ο πρώτος υποπλοίαρχος ορμώντας στην καμπίνα του καπετάνιου, «το πλοίο βυθίζεται».

«Πολύ καλά κύριε Σπόκερ», είπε ο Καπετάνιος. «Όμως αυτός δεν είναι λόγος για να περιφέρεστε μισοξυρισμένος. Εξασκείστε για λίγο το μυαλό σας, κύριε Σπόκερ, και θα δείτε πως από φιλοσοφικής απόψεως τίποτα δεν έχει αλλάξει στην περίπτωσή μας: το πλοίο (αν τελικά βυθιστεί) μπορούμε να θεωρήσουμε πως βυθιζόταν από τη στιγμή που ρίχτηκε στη θάλασσα».

«Κι όμως βυθίζεται γρήγορα», είπε ο πρώτος υποπλοίαρχος, αφού τελείωσε με το ξύρισμά του.

«Γρήγορα, κύριε Σπόκερ;» ρώτησε ο Καπετάνιος. «Η διατύπωσή σας είναι μάλλον παράξενη, γιατί ο χρόνος, αν το καλοσκεφθείτε, είναι έννοια σχετική».

«Κύριε», απάντησε ο υποπλοίαρχος, «δε νομίζω πως αξίζει τον κόπο να ξεκινήσουμε μια τέτοια συζήτηση τη στιγμή που η θάλασσα, μέσα σε δέκα λεπτά, θα μας έχει καταπιεί όλους».

«Τότε, μ’έναν ανάλογο συλλογισμό», είπε ευγενικά ο Καπετάνιος, «οι άνθρωποι ποτέ δε θ’άξιζε τον κόπο να θέτουν κάποιο σοβαρό ερώτημα. Γιατί οι πιθανότητες, συντριπτικές πάντα, δείχνουν πως χρειάζεται να πεθάνουμε πρινβρούμε την απάντηση. Δεν έχετε μελετήσει αρκετά, κύριε Σπόκερ, την κατάσταση του ανθρώπου», είπε ο Καπετάνιος και χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του.

«Μ’απασχολεί πολύ περισσότερο η κατάσταση του πλοίου», είπε ο κύριος Σπόκερ.

«τώρα μιλάτε σαν καλός αξιωματικός», είπε ο Καπετάνιος, ακουμπώντας με το χέρι του τον υποπλοίαρχο στον ώμο.

Ύστερα ανέβηκαν στο κατάστρωμα του πλοίου και είδαν πως όλο το πλήρωμα είχε κατέβει στην κάβα και τό’χε ρίξει στο ποτό.

«Παρακαλώ ακούστε με», είπε ο Καπετάνιος στο πλήρωμα, «αυτή η συμπεριφορά δεν έχει νόημα. Θα μου πείτε βέβαια πως μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά το πλοίο βυθίζεται: σύμφωνοι, και λοιπόν; Από φιλοσοφικής απόψεως τίποτα δεν έχει αλλάξει στην περίπτωσή μας. Σ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας, κάθε στιγμή, κινδυνεύουμε να σπάσει κάποιο αιμοφόρο αγγείο ή να μας χτυπήσει κεραυνός και, μάλιστα, σε δέκα δευτερόλεπτα μέσα και όχι σε δέκα λεπτά. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει καθόλου απ’το να δειπνούμε καθημερινά ή να αποταμιεύουμε τα χρήματά μας στην τράπεζα. Σας διαβεβαιώνω, με το χέρι στην καρδιά, δεν μπορώ να καταλάβω τη στάση σας».

Οι άντρες όμως ήταν πολύ χαμένοι μές στο μεθύσι τους για να προσέξουν τα λόγια του Καπετάνιου.

«Είναι πολύ δυσάρεστο αυτό το θέαμα κύριε Σπόκερ», είπε ο Καπετάνιος.

«Κι όμως, από φιλοσοφικής απόψεως, ή κι εγώ δεν ξέρω πώς να το πούμε», αποκρίθηκε ο πρώτος υποπλοίαρχος, «μπορεί να ειπωθεί πως το πλήρωμα άρχισε να μεθάει από τη στιγμή που ανέβηκε στο πλοίο».

«Δεν ξέρω, κύριε Σπόκερ, αν παρακολουθείτε πάντα τη σκέψη μου», έκανε ευγενικά ο Καπετάνιος. «Ωστόσο, ας προχωρήσουμε».

Πήγαν λοιπόν στην πυριτιδαποθήκη κι εκεί βρήκαν έναν παλιό θαλασσόλυκο που κάπνιζε την πίπα του. «Κύριε των Δυνάμεων!», φώναξε ο Καπετάνιος. «Τί πας να κάνεις»;

«Ξέρετε Κύριε», είπε ο θαλασσόλυκος με ύφος απολογητικό, «άκουσα κάτι ότι βυθιζόμαστε».

«Κι αν είναι αλήθεια πως βυθίζεται το πλοίο;» είπε ο Καπετάνιος. «Από φιλοσοφικής απόψεως τίποτα δε θα άλλαζε στην περίπτωσή μας. Η ζωή, η ίδια η ζωή, παλιέ μου σύντροφε, σε κάθε της στιγμή κι απ’όποια πλευρά κι αν τη δεις, είναι τόσο επικίνδυνη όσο ένα πλοίο που βυθίζεται. Κι όμως οι άνθρωποι έχουν την ωραία συνήθεια να βαστούν ομπρέλες, να φορούν γαλότσες από καουτσούκ, να βάζουν μπρος τεράστια έργα και να συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο λες και είναι ποτέ δυνατό να ζήσουν αιώνια. Κατά την ταπεινή μου κρίση λοιπόν, περιφρονώ τον άνθρωπο που, έστω κι επάνω σ’ένα πλοίο έτοιμο να βυθιστεί, ξεχνάει να πάρει το φάρμακό του ή να κουρδίσει το ρολόι του. Στον άνθρωπο, φίλε μου, δεν αρμόζει τέτοια συμπεριφορά».

«Με συγχωρείτε Κύριε», είπε ο κύριος Σπόκερ, «ποιά ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στο να ξυρίζεται κανείς πάνω σ’ένα πλοίο που βυθίζεται και στο να καπνίζει την πίπα του μέσα σε μια πυριτιδαποθήκη»;

«Ή να κάνει απλώς κάθε στιγμή ό,τι του περνά απ’το κεφάλι;» φώναξε ο Καπετάνιος. «Με πείσατε απόλυτα, κύριε Σπόκερ! Δώστε μου τώρα ένα πούρο!»

Δύο λεπτά αργότερα το πλοίο τινάχτηκε στον αέρα με μια λαμπρή εκπυρσοκρότηση.

(Robert Louis Stevenson, Μύθοι, εκδ. ΑΓΡΑ 1988)

Advertisements
  1. #1 by Μόσχος Λαγκουβάρδος on Ιουνίου 10, 2011 - 9:06 πμ

    Οι ινδουϊστές πιστεύουν ότι μόνο το κενό υπάρχει. Ότι τα πάντα είναι δημιούργημα του μυαλού. (μάγια). Ο κόσμος δεν είναι πραγματικός . Η θάλασσα, το πλοίο, ο καπετάνιος το πλήρωμα δεν ήταν παρά μια στιγμιαία λάμψη στο νου του κ. Στήβενσον.

  1. “Κι όμως οι άνθρωποι έχουν την ωραία συνήθεια…” « Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου (και όχι μόνο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: